Υπάρχει μια λεπτή, σχεδόν αδιόρατη διαφορά ανάμεσα στο να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του και στο να τον έχει επιμεληθεί τόσο καλά, ώστε να μην ενοχλεί κανέναν. Να ξέρει τι να δείξει, τι να αποσύρει, πότε να μιλήσει, πότε να μαλακώσει, πότε να είναι γοητευτικός, πότε λογικός, πότε ψύχραιμος, πότε αρκετά ευγενής ώστε να μη φανεί η ενόχλησή του και πότε αρκετά δυνατός ώστε να μη χρειαστεί να ζητήσει τίποτα.
Αυτό δεν είναι απαραίτητα υποκρισία. Συχνά είναι εκπαίδευση. Ο άνθρωπος μαθαίνει πολύ νωρίς ποια εκδοχή του χωράει καλύτερα στον κόσμο. Ποια εκδοχή αγαπιέται πιο εύκολα, ποια δεν κουράζει, ποια δεν προκαλεί, ποια δεν κάνει τους άλλους να απομακρύνονται. Μαθαίνει ποιο βλέμμα του αντέχεται, ποιος θυμός του είναι υπερβολικός, ποια ανάγκη του θεωρείται βάρος, ποια επιθυμία του πρέπει να περιμένει και ποιο κομμάτι του θα χρειαστεί να μείνει διακριτικό για να μη χαλάσει τη σκηνή.
Κάπως έτσι αρχίζει να φτιάχνεται ένας εαυτός παρουσιάσιμος. Όχι ψεύτικος ακριβώς. Αυτό θα ήταν πολύ εύκολο και μάλλον άδικο. Παρουσιάσιμος. Ένας εαυτός με σωστές αποχρώσεις, με μέτρο, με γλώσσα, με αξιοπρέπεια, με έναν τρόπο να υπάρχει που δεν εκθέτει πολύ, δεν ζητά πολύ, δεν θυμώνει άκομψα, δεν καταρρέει μπροστά σε λάθος ανθρώπους. Ένας εαυτός που μπορεί να μιλά για τον πόνο του με ωραίες λέξεις, να τον εξηγεί, να τον βάζει σε ένα πλαίσιο, να τον κάνει σχεδόν αποδεκτό.
Και αυτό είναι το πιο ύπουλο σημείο. Κάποιοι άνθρωποι δεν λένε ποτέ ψέματα για τον εαυτό τους. Απλώς έχουν μάθει να λένε μόνο την εκδοχή που αντέχεται.
Μπορεί κανείς να περάσει χρόνια πιστεύοντας ότι έχει χαρακτήρα, ενώ στην πραγματικότητα έχει αναπτύξει μια εξαιρετικά κομψή στρατηγική προσαρμογής. Να λέει «έτσι είμαι εγώ», ενώ κάπου πιο βαθιά εννοεί «έτσι έμαθα να μη χάνω την αγάπη». Να λέει «δεν έχω ανάγκη», ενώ κάποτε η ανάγκη του δεν βρήκε χώρο και έμαθε να κυκλοφορεί μεταμφιεσμένη σε ανεξαρτησία. Να λέει «δεν με πειράζει», ενώ έχει πειραχτεί πολλές φορές, απλώς έμαθε ότι το πείραγμά του δεν αλλάζει τίποτα.
Η ψυχοθεραπεία, όταν είναι ζωντανή, δεν έρχεται να προσθέσει άλλη μία καλοδιατυπωμένη εκδοχή του εαυτού. Δεν είναι αισθητική βελτίωση της προσωπικότητας, ούτε ένα πιο εκλεπτυσμένο αφήγημα αυτογνωσίας. Δεν είναι να γίνουμε πιο ήρεμοι, πιο ώριμοι, πιο λειτουργικοί, πιο «δουλεμένοι», σαν να πρόκειται για κάποια ανώτερη εκδοχή ανθρώπινης συμπεριφοράς. Καμιά φορά η θεραπεία είναι σχεδόν το αντίθετο. Είναι να αντέξει κανείς να γίνει λιγότερο επεξεργασμένος, λιγότερο έτοιμος, λιγότερο τέλειος στην αφήγηση του ποιος είναι.
Να συναντήσει κάτι από τον εαυτό του πριν προλάβει να ντυθεί καλά. Πριν γίνει εξήγηση, πριν γίνει χιούμορ, πριν γίνει ευγένεια, πριν γίνει κατανόηση για τον άλλον και εγκατάλειψη του εαυτού του. Γιατί υπάρχει ένα σημείο όπου η ωριμότητα γίνεται φυλακή, η ψυχραιμία γίνεται πάγωμα, η ευγένεια γίνεται αυτοπροδοσία, η αυτάρκεια γίνεται απαγόρευση της ανάγκης και η δύναμη γίνεται ένας κομψός τρόπος να μη σε αγγίζει κανείς πραγματικά.
Δεν είναι εύκολο να το παραδεχτούμε αυτό. Θέλει θάρρος να δει κανείς ότι κάτι που τον έκανε αξιοθαύμαστο μπορεί ταυτόχρονα να τον απομάκρυνε από την αλήθεια του. Θέλει σχεδόν θράσος να πάψει να είναι τόσο βολικός άνθρωπος. Όχι αγενής, όχι σκληρός, όχι αδιάφορος, αλλά λιγότερο διαθέσιμος για εκείνες τις εκδοχές του που φτιάχτηκαν αποκλειστικά για να κρατήσουν μια θέση μέσα στους άλλους.
Ας το πούμε καθαρά. Δεν είναι όλες οι όμορφες εκδοχές μας ελεύθερες. Κάποιες έχουν φτιαχτεί από φόβο, κάποιες από ντροπή, κάποιες από την ανάγκη να αγαπηθούμε, κάποιες από την αγωνία να μη μας απορρίψουν. Κάποιες γεννήθηκαν μέσα σε μια παλιά, σιωπηλή συμφωνία. Θα είμαι όπως χρειάζεται, αρκεί να μη με αφήσουν. Και όταν αυτή η συμφωνία κρατήσει για χρόνια, παύει να μοιάζει με συμφωνία. Μοιάζει με ταυτότητα.
Εκεί ακριβώς αρχίζει κάτι πιο ενδιαφέρον από την αυτοβελτίωση. Αρχίζει η αποεπιμέλεια. Όχι ως διάλυση, όχι ως χάος, όχι ως μια αφελής ιδέα ότι πρέπει να είμαστε ο εαυτός μας χωρίς συνέπειες. Η αποεπιμέλεια είναι μια πιο λεπτή εργασία. Να αρχίσει κανείς να αφαιρεί λίγη από την υπερβολική επεξεργασία, να ακούει τι υπάρχει κάτω από την εικόνα, να μη βιάζεται να είναι κατανοητός, να μη μεταφράζει αμέσως την έντασή του σε κάτι κοινωνικά αποδεκτό, να μη ζητά εσωτερικά άδεια για κάθε αυθεντική του κίνηση.
Ο εαυτός δεν είναι project. Δεν είναι προφίλ, δεν είναι βιογραφικό, δεν είναι μια καλαίσθητη σύνθεση από τραύματα, αντοχές και επιτεύγματα. Είναι κάτι πιο ακατάστατο, πιο ευφυές, πιο ζωντανό και πολλές φορές πιο δύσκολο να το κρατήσουμε χωρίς να το διορθώσουμε. Γι’ αυτό και η βαθιά θεραπευτική μετακίνηση δεν είναι πάντα να βάλουμε τάξη μέσα μας. Μερικές φορές είναι να αναρωτηθούμε ποια τάξη μάς έκανε αποδεκτούς, αλλά όχι απαραίτητα ελεύθερους.
Ίσως, λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι πώς θα γίνουμε η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας. Αυτή η φράση είναι φτωχή και κάπως βίαιη, σαν να υπονοεί ότι ο εαυτός που έφτασε μέχρι εδώ δεν ήταν αρκετός. Το πιο ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιες εκδοχές μας δεν υπήρξαν ποτέ πραγματικά ελεύθερες. Ποιες γεννήθηκαν για να προστατεύσουν, ποιες για να ευχαριστήσουν, ποιες για να μη μείνουμε μόνοι, ποιες για να μη χρειαστεί να διακινδυνεύσουμε την απόρριψη.
Και ίσως η αρχοντιά, σε ψυχικό επίπεδο, να είναι ακριβώς αυτή. Να μη χρειάζεται πια να παίζουμε τόσο καλά τον ρόλο που κάποτε μας έσωσε. Να μπορούμε να σταθούμε με λιγότερη διακόσμηση και περισσότερη αλήθεια. Να μη μπερδεύουμε την αποδοχή με την ελευθερία. Να μην αποκαλούμε «χαρακτήρα» κάθε παλιά μας υποχώρηση.
Γιατί κάποια στιγμή ο επιμελημένος εαυτός κουράζεται. Όχι επειδή είναι ψεύτικος, αλλά επειδή είναι μόνος. Κρατάει τη μορφή, την εικόνα, τη συνοχή, την εντύπωση, την αξιοπρέπεια, αλλά συχνά στερείται την απλή, βαθιά εμπειρία του να υπάρξει χωρίς να αποδείξει ότι αξίζει να παραμείνει αγαπητός.
Και εκεί, ίσως, αρχίζει η θεραπεία. Όχι όταν γινόμαστε πιο τέλειοι στην περιγραφή του εαυτού μας, αλλά όταν μπορούμε να σταματήσουμε για λίγο την επιμέλεια και να ακούσουμε τι υπάρχει από κάτω.
Τροφή για σκέψη
Ποια εκδοχή σου έχεις τελειοποιήσει τόσο πολύ, που οι άλλοι τη λένε «χαρακτήρα» κι εσύ την μπερδεύεις με ελευθερία;