Ο ψίθυρος δεν είναι απλώς μια χαμηλωμένη φωνή, είναι ένας τρόπος με τον οποίο η πληροφορία αποκτά σώμα μέσα στη σχέση. Κάτι λέγεται πιο κοντά, όχι μπροστά σε όλους, όχι με την πλήρη έκθεση του δημόσιου λόγου, και ακριβώς γι’ αυτό φορτίζεται διαφορετικά. Όποιος ακούει δεν λαμβάνει μόνο ένα περιεχόμενο, μπαίνει για λίγο σε μια θέση πρόσβασης, σε έναν μικρό κύκλο που γνωρίζει κάτι περισσότερο, κάτι λιγότερο διαθέσιμο, κάτι που μοιάζει να έχει αξία επειδή δεν κυκλοφορεί ανοιχτά.

Αυτή είναι και η ηδονή του ψιθύρου, όχι απαραίτητα το ίδιο το νέο, αλλά η θέση που μας δίνει μέσα στη σκηνή. Η πληροφορία μπορεί να λειτουργήσει σαν δεσμός, σαν ένδειξη εμπιστοσύνης, σαν τρόπος να νιώσουμε ότι ανήκουμε ή ότι έχουμε μια ιδιαίτερη εγγύτητα με εκείνον που μας τη μεταφέρει. Οι άνθρωποι μιλούν για άλλους ανθρώπους, αυτό είναι μέρος της κοινωνικής ζωής, της ανάγκης μας να κατανοούμε συμπεριφορές, να επεξεργαζόμαστε σχέσεις, να ζητάμε γνώμη, να δίνουμε νόημα σε όσα μας συμβαίνουν. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι να αντιμετωπίζουμε κάθε λόγο για έναν απόντα άνθρωπο ως κάτι ενοχικό ή ανήθικο, αλλά να μπορούμε να αναγνωρίζουμε τι λειτουργία έχει κάθε φορά αυτός ο λόγος.

Στην κοινωνική ψυχολογία, η συζήτηση για τρίτους δεν αφορά μόνο την περιέργεια ή την κακή πρόθεση. Συχνά βοηθά τους ανθρώπους να προσανατολιστούν μέσα στις ομάδες, να αντιληφθούν κανόνες, να αξιολογήσουν την εμπιστοσύνη, να οργανώσουν την αίσθηση του ανήκειν. Η ίδια όμως πράξη μπορεί να αλλάξει ποιότητα, όταν η πληροφορία δεν υπηρετεί πια την κατανόηση ή τη φροντίδα, αλλά γίνεται τρόπος κοινωνικής τοποθέτησης. Εκεί ο ψίθυρος αρχίζει να αποκτά ηθικό βάρος, γιατί η ιστορία ενός ανθρώπου μπορεί να γίνει υλικό σύνδεσης ανάμεσα σε άλλους, χωρίς εκείνος να είναι παρών για να δώσει το δικό του πλαίσιο.

Η πληροφορία για έναν άνθρωπο δεν είναι πάντα ουδέτερη. Άλλο είναι να συζητούμε ένα δημόσιο γεγονός και άλλο να μεταφέρουμε κάτι που αφορά το σώμα, την ψυχική κατάσταση, τις σχέσεις, τη σεξουαλικότητα, την οικογένεια, την απώλεια, την αποτυχία, την ανάγκη ή μια ευάλωτη περίοδο της ζωής του. Σε αυτά τα σημεία δεν διακινούμε απλώς μια περιγραφή, αγγίζουμε πλευρές της αξιοπρέπειας και της αυτονομίας του άλλου. Το ότι κάτι είναι αληθινό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι και δικό μας να το μεταφέρουμε, ούτε ότι κάθε γνώση είναι πρόσκληση για κοινοποίηση.

Εδώ η βιοηθική μπορεί να γίνει ένας διακριτικός, αλλά ουσιαστικός τρόπος σκέψης. Έννοιες όπως η εχεμύθεια, η συναίνεση, η μη βλάβη, ο σεβασμός της αξιοπρέπειας και της αυτονομίας δεν ανήκουν μόνο στα θεραπευτικά δωμάτια, στην ιατρική πράξη ή στην έρευνα. Αφορούν και την καθημερινή χρήση της γλώσσας, τον τρόπο με τον οποίο κρατάμε κάτι που μάθαμε για έναν άλλον άνθρωπο, ειδικά όταν αυτό το κάτι περιέχει ευαλωτότητα. Η ηθική του λόγου δεν απαιτεί σιωπή, απαιτεί διάκριση.

Από ψυχοθεραπευτική σκοπιά, ο τρόπος που μιλάμε για έναν απόντα άνθρωπο φανερώνει συχνά κάτι και για τη δική μας εσωτερική θέση. Δείχνει πώς σχετιζόμαστε με τα όρια, με τη ντροπή, με την αμφιθυμία, με την ανάγκη για ένταξη, με την αντοχή μας απέναντι στην πολυπλοκότητα. Όταν δεν αντέχουμε έναν άνθρωπο ως σύνθετο, είναι εύκολο να τον μικρύνουμε σε μία πράξη, μία φήμη, μία επιλογή, μία στιγμή. Έτσι η αφήγηση γίνεται πιο εύκολη, αλλά όχι απαραίτητα πιο αληθινή.

Ο ψίθυρος μπορεί να φροντίσει, να προειδοποιήσει, να προστατεύσει, να βοηθήσει κάποιον να καταλάβει καλύτερα μια εμπειρία που τον δυσκόλεψε. Μπορεί όμως και να εκθέσει, να απλοποιήσει, να δημιουργήσει συμμαχίες πάνω στην απουσία ενός τρίτου, να μετατρέψει την προσωπική ιστορία σε κοινωνικό νόμισμα. Αυτή η διπλή δυνατότητα είναι που τον κάνει τόσο ενδιαφέροντα ψυχολογικά. Δεν είναι από μόνος του πρόβλημα, ούτε από μόνος του αθώος, παίρνει την ηθική του ποιότητα από το πλαίσιο, την πρόθεση, την αναγκαιότητα και τις συνέπειές του.

Ίσως, λοιπόν, η ωριμότητα στον λόγο να μη βρίσκεται στο να μη μιλάμε ποτέ για τους άλλους, αλλά στο να μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για ανθρώπους και όχι για υλικό αφήγησης. Να μπορούμε να ζητάμε γνώμη χωρίς να αφαιρούμε την αξιοπρέπεια του άλλου, να επεξεργαζόμαστε σχέσεις χωρίς να κλείνουμε βιαστικά έναν άνθρωπο σε μία εκδοχή, να μεταφέρουμε κάτι μόνο όταν υπάρχει λόγος και όχι μόνο επειδή η πληροφορία μάς δίνει πρόσκαιρη αίσθηση εγγύτητας ή ισχύος. Η γλώσσα δεν είναι ποτέ τελείως αθώα, γιατί μέσα από αυτήν φτιάχνουμε εικόνες, σχέσεις, αποστάσεις και θέσεις.

Η ηδονή του ψιθύρου βρίσκεται στην πρόσβαση. Η ευθύνη του βρίσκεται στη χρήση. Και κάπου ανάμεσα στα δύο φαίνεται κάτι ουσιαστικό για τον τρόπο που σχετιζόμαστε, όχι μόνο με τους άλλους, αλλά και με την ίδια τη δύναμη που αποκτά η φωνή μας όταν μιλά για εκείνους που δεν είναι μπροστά.

Τροφή για σκέψη

Κάθε φορά που μιλάμε για έναν άνθρωπο που απουσιάζει, κάτι από την ιστορία του αλλάζει χέρια. Το ερώτημα είναι αν το κρατάμε με σεβασμό ή αν το κάνουμε λίγο πιο εύκολο από όσο πραγματικά είναι.